Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Στο όνομα του "φωτός"





Εγώ δεν είμαι για να συναναστρέφομαι με φωτεινές ψυχές
Τη δική μου, την παρέδωσα στο σκοτάδι

κ ποτέ δεν ζήτησα τα κλειδιά πίσω
Πάντα τα κομμάτια μου θ' ανήκουν εκεί
Μια μικρή κόλαση περικυκλωμένη από τριαντάφυλλα
για να φέρνει τη ψευδαίσθηση του παραδείσου
Μόνο που τα τριαντάφυλλα έσταζαν αίμα..

Παραδόθηκα σε λάθος χέρια
Μ' έθαψαν τόσο βαθιά
Άρχισαν να με ταΐζουν χώμα κ στάχτη
κ παρ' όλη την αρχική επίμονη άρνησή μου,
τελικά μου άρεσε η γεύση
Δεν σας κατηγορώ πια
Συνήθισα..
κ όποιος τολμάει να με τραβήξει από κει
είτε παρασύρεται είτε φεύγει τρέχοντας
γιατί κανένας δεν μπορεί να υπερβεί τον εαυτό μου
αφού ούτε εγώ δεν το κάνω πια
Μα δεν παραπονιέμαι
Έχει και ο κάτω κόσμος την ομορφιά του
Μια περίεργη ψυχρή ομορφιά..
γεμάτη πάθος κ παγίδες
Αυτοκαταστρέφομαι
μα έπαψα πια να ψάχνω για σωτήρες
Περπάτα όσο είναι να περπατήσεις μαζί μου
και μετά εγώ η ίδια θα σου δείξω το δρόμο της διαφυγής
Μόνο μην μείνεις πολύ και σ' ερωτευτώ αληθινά
Τη βάψαμε και οι δυο..
στο όνομα του φωτός
Μετά η καταστροφή γίνετε πιο σκληρή, πιο βάναυση
Έμαθα να με φροντίζω αλλά και να επιτίθεμαι στα αγρίμια
Επιβίωσα μόνη ανάμεσα στα τέρατα
Μα έγινα άκαρδη
Γι αυτό σου λέω μην μείνεις πολύ
Φύγε πριν έρθει η ώρα
Δεν αντέχω να μαζέψω και τα δικά σου κομμάτια από το πάτωμα
χτίζοντας ψηλότερο το τείχος μου
Ούτως η άλλως την έμαθα καλά τη μοναξιά στο σκοτάδι
Τολμώ να πω πως την αγάπησα περισσότερο από κάθε άντρα
Κι ας κρυβόταν πάντα ένα πρόσωπο πίσω από αυτήν.

Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

" Five years, stuck on my eyes "




Μου είχε λείψει η θάλασσα του χειμώνα.. Μάζευα με μανία το νερό σ' ένα μπουκάλι.. λες και ήθελα να φυλακίσω ολόκληρη τη θάλασσα. Μωρό μου, αν δεν βουτήξεις στα βαθιά, δεν μπορείς να μαζεύεις στάλα στάλα από τη στεριά. Κι είχε κι αυτό το κρύο αεράκι που έφερνε αναμνήσεις από μακριά, ψιθυριστά στ' αυτί σου. Κι εσύ έριχνες τις πέτρες προσπαθώντας να σκοτώσεις ακαριαία τις θύμισες. Το κύμα έσκαγε σαν τους λυγμούς τις φωνής σου.. και μετά τραγουδούσες μελωδίες άγνωστες. Και χαμογελούσα δίχως να δίνω σημασία στη φαλτσαρισμένη πορεία.. σαν να κάνεις κι άλλο χώρο στην ψυχή σου να δεχτεί ένα ακόμα φάλτσο. Κι αυτές οι πατημασιές των γλάρων.. ταξιδιάρικα πουλιά.. σαν τις ψυχές μας.. πότε δω... πότε κει.. ηρεμία δεν έχουν. Τελικά, κουνάνε τις φτερούγες τους αργά αλλά περήφανα, όπως οι βλεφαρίδες των ματιών σου. Κι εκείνο το βλέμμα.. το φευγάτο, σαν την κίνηση των γλάρων, απομακρυνόταν από τα μάτια μου.. χάνονταν στον ορίζοντα χωρίς την υπόσχεση της επιστροφής.. όσο κι αν καρτερούσα. Και τώρα μένει η ερημιά της θάλασσας κ η ψυχή μου να τρεμοπαίζει.. από την νοσταλγική χαρά της επίσκεψης ως την απεγνωσμένη αναζήτηση της λήθης.. Αλλά να μωρέ ήταν που βρέθηκα ξανά στην θάλασσά σου και πως να το ξεχάσω;


3-1-14